Η διατροφή δεν είναι μόνο θέμα θερμίδων, βάρους ή σωματικής υγείας. Τα τελευταία χρόνια, το ενδιαφέρον των επιστημόνων στρέφεται όλο και περισσότερο και στη σχέση ανάμεσα στις διατροφικές συνήθειες και την ψυχική υγεία. Μια νέα μικρή πιλοτική μελέτη από το University of California, San Francisco εξετάζει ειδικά τι μπορεί να συμβαίνει στα συμπτώματα της κατάθλιψης όταν μειώνεις σημαντικά τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα.
Τα αποτελέσματα έδειξαν σημαντική μείωση στις βαθμολογίες κατάθλιψης και άγχους μετά την αλλαγή της διατροφής. Στην κλίμακα κατάθλιψης, η μέση βαθμολογία μειώθηκε από 21,6 στην αρχή της μελέτης σε περίπου 8 κατά την περίοδο της διατροφής με λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, ενώ στη συνήθη διατροφή βρισκόταν περίπου στο 19. Το εύρημα είναι ενδιαφέρον, αλλά δεν σημαίνει ότι η αποφυγή των υπερεπεξεργασμένων τροφίμων αποτελεί θεραπεία για την κατάθλιψη. Η μελέτη ήταν μικρή, πιλοτική και χωρίς τυφλοποίηση, ενώ βασίστηκε και σε αυτοαναφερόμενα στοιχεία για την κατανάλωση τροφίμων.
Νέα έρευνα αποκαλύπτει: Αυτή η μορφή yoga μειώνει τα συμπτώματα κατάθλιψης
Τι ακριβώς εξέτασε η μελέτη
Στη μελέτη συμμετείχαν 20 ενήλικες ηλικίας 18 έως 80 ετών με πρωτοπαθή διάγνωση κατάθλιψης, υψηλή βαθμολογία σε τυπικό ερωτηματολόγιο για την κατάθλιψη και υψηλή κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων.
Και οι 20 συμμετέχοντες είχαν υψηλό σωματικό βάρος, ενώ περίπου οι μισοί είχαν επίσης υψηλή αρτηριακή πίεση. Κατά τη διάρκεια της έρευνας συμφώνησαν να μην αλλάξουν τη φαρμακευτική αγωγή, την ψυχοθεραπεία, την άσκηση ή τον ύπνο τους, ώστε οι αλλαγές που καταγράφονταν στη διάθεσή τους να μπορούν να εξεταστούν σε σχέση με τη διατροφή.
Από τους 20 ανθρώπους που ξεκίνησαν τη μελέτη, οι 19 την ολοκλήρωσαν. Η μέση ηλικία ήταν περίπου τα 44 έτη και το 70% των συμμετεχόντων ήταν γυναίκες. Οι συμμετέχοντες ζούσαν με κατάθλιψη για σχεδόν 13 χρόνια κατά μέσο όρο και οι περισσότεροι αντιμετώπιζαν παράλληλα και άγχος. Σχεδόν τα δύο τρίτα λάμβαναν τουλάχιστον ένα ψυχιατρικό φάρμακο, περίπου το ένα τρίτο δεν λάμβανε κανένα και σχεδόν οι μισοί συμμετείχαν σε ψυχοθεραπεία.
Δεν άλλαξαν απλώς διατροφή για μία μέρα
Το ενδιαφέρον στοιχείο της συγκεκριμένης έρευνας είναι ο σχεδιασμός της. Δεν χωρίστηκαν οι συμμετέχοντες σε μία ομάδα που θα έκανε δίαιτα και μία που θα συνέχιζε όπως πριν. Κάθε άνθρωπος πέρασε και από τις δύο διατροφικές συνθήκες: τη συνηθισμένη του διατροφή και μια διατροφή με πολύ λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Η σειρά με την οποία ακολούθησαν τις δύο διατροφές καθορίστηκε τυχαία. Έτσι, κάθε συμμετέχων μπορούσε να λειτουργήσει ως δικό του σημείο σύγκρισης. Σε μια μικρή μελέτη, αυτό έχει σημασία, καθώς μειώνει τις διαφορές που υπάρχουν εξαρχής από άνθρωπο σε άνθρωπο.
Η κατανάλωση υπερεπεξεργασμένων τροφίμων μειώθηκε δραστικά
Η αλλαγή στη διατροφή δεν έμεινε μόνο στη θεωρία. Η βαθμολογία στο εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε για την αξιολόγηση της κατανάλωσης υπερεπεξεργασμένων τροφίμων μειώθηκε από περίπου 10 μονάδες στην αρχή σε περίπου 1,4 μετά την παρέμβαση. Παράλληλα, καταγράφηκε σημαντική αλλαγή στις βαθμολογίες που αφορούσαν την κατάθλιψη και το άγχος.
Η μέση βαθμολογία κατάθλιψης έπεσε από 21,6 σε περίπου 8 όταν οι συμμετέχοντες ακολουθούσαν τη διατροφή με λιγότερα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Όταν επέστρεφαν στη συνήθη διατροφή τους, η αντίστοιχη βαθμολογία ήταν περίπου 19.
Η μείωση στις βαθμολογίες άγχους κινήθηκε σε παρόμοια κατεύθυνση. Οι διαφορές παρέμειναν ακόμη και όταν λήφθηκε υπόψη η σειρά με την οποία κάθε συμμετέχων ακολούθησε τις δύο διατροφικές συνθήκες, καθώς και η αρχική του διάθεση.
Το δύσκολο κομμάτι ήταν να το κάνεις στην καθημερινότητα
Υπάρχει, ωστόσο, ένα στοιχείο που αξίζει να κρατήσεις αν σκέφτεσαι πόσο εύκολο είναι να περιορίσεις τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Οι συμμετέχοντες αξιολόγησαν τη διατροφή ως χρήσιμη, όμως η ευκολία εφαρμογής της πήρε πιο μέτρια αξιολόγηση. Με άλλα λόγια, το να αλλάξεις σημαντικά το περιεχόμενο του πιάτου σου μπορεί να ακούγεται απλό θεωρητικά, αλλά δεν είναι απαραίτητα εύκολο στην πράξη.
Και αυτό έχει ενδιαφέρον, γιατί τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα είναι ιδιαίτερα ενσωματωμένα στη σύγχρονη καθημερινότητα. Το πραγματικό ζητούμενο δεν είναι μόνο αν μια διατροφική αλλαγή μπορεί να εφαρμοστεί για λίγες εβδομάδες, αλλά αν μπορεί να διατηρηθεί μακροπρόθεσμα.